Προεδρεύων: Εμμανουήλ Σειραγάκης

Μανώλης Σειραγάκης: ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρολόγος. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια Πατρών, Πελοποννήσου, Αιγαίου, Κρήτης. Συνεργάτης στα The New Grove Dictionary of Music and Musicians (Grove Music Online) και Oxford History of Jazz in Europe (OHJE). Διοργάνωσε συνέδριο για την ελληνική Οπερέτα (Θεσσαλονίκη 2011), τη μουσική στις σύγχρονες παραστάσεις αρχαίου δράματος (Ρέθυμνο 2012), την Επιθεώρηση (Ρέθυμνο 2015). Την ίδια χρονιά στον τόμο Naomi Matsumoto (ed.), Staging Verdi and Wagner Operas, Brepols (Turnhout, Belgium), 2015, εκδόθηκε η μελέτη του «Mediterranising the Composer of the North: Richard Wagner, Constantinos Christomanos and the Early Modern Greek Theatre». Η διατριβή του Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα 1922-1940 εκδόθηκε δίτομη το 2009. To 2014 εκδόθηκε η μονογραφία του για τη δράση του Ναπολέοντα Λαμπελέτ στο Λονδίνο. Εποπτεύει διατριβές για τα ελληνικά και γαλλικά μεσοπολεμικά λιμπρέτι οπερέτας, το σταντ απ κόμεντι στην Ελλάδα, τις καινοτόμες παραστάσεις Σαίξπηρ στην Ελλάδα, το θέατρο στις χώρες της Πρώην Γιουγκοσλαβίας, το θέατρο στο Ρέθυμνο τον 20ό αιώνα, το ελαφρό μουσικό θέατρο στη δεκαετία του 1940, τις παραστάσεις οπερέτας στην Ελλάδα 1999-2020. Υπό έκδοση βρίσκονται τα Πρακτικά του συνεδρίου για την Επιθεώρηση, μια ελεύθερη απόδοση των Βατράχων του Αριστοφάνη και η μονογραφία Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος ως σκηνοθέτης αρχαίου δράματος. Ίδρυσε την ομάδα Αντίβαρο το 2013 και διευθύνει το ομώνυμο Φεστιβάλ στο Ρέθυμνο, το μεγαλύτερο χειμερινό θεατρικό Φεστιβάλ στην Κρήτη, που τέθηκε υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.

Άννα Παπαέτη, "Ηχητική βία και ακουστική μαρτυρία στα κρατητήρια της δικτατορίας (1967-1974) "

Οι χώροι κράτησης αποτελούν αφενός μια μορφή θεσμικής εξουσίας. Αφετέρου είναι χώροι στους οποίους εκτυλίσσονται μια σειρά από αγώνες. Υπό αυτές τις συνθήκες η μουσική, ο ήχος και η σιωπή έχουν τη δυνατότητα να μεταμορφώσουν τον χώρο και τον χρόνο για τους κρατούμενους είτε αρνητικά είτε θετικά, ή ακόμα και με ένα πιο σύνθετο τρόπο. Συντονιζόμενοι στα ηχοτοπία της κράτησης γινόμαστε (ηχητικοί) μάρτυρες, στο βαθμό που μπορούμε, της λειτουργίας της εξουσίας του εγκλεισμού αλλά και της δυναμικής της ηχητικής εμπειρίας. Η ανακοίνωση διερευνά τα ηχοτοπία χώρων κράτησης στην Αθήνα, δίνοντας έμφαση στις εμπειρίες νέων πολιτικών κρατουμένων. Εξετάζει τις νέες μεθόδους βασανισμού που χρησιμοποίησε το καθεστώς, στις οποίες ο ήχος αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος. Ταυτόχρονα, εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους ο ήχος και η μουσική μετατρέπονται σε ένα είδος ακουστικής μαρτυρίας για τους κρατούμενους, μέσα από τα οποία επαναδιεκδικούν την ιδιότητά τους ως δρώντα (πολιτικά) υποκείμενα.

Η Άννα Παπαέτη είναι επιστημονική υπεύθυνη του ερευνητικού προγράμματος ERC Consolidator Grant «Ηχοτοπία του τραύματος: μουσική, ήχος και η ηθική της μαρτυρίας» (MUTE) στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει τελέσει μεταδιδακτορική ερευνήτρια «Μαρία Σκλοντόφσκα Κιουρί» στο Πανεπιστήμιο του Γκέττιγκεν (2011–2014, FP7), καθώς και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (2017–2019, Horizon 2020). Η έρευνά της έχεις επίσης υποστηριχθεί από τη Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DAAD), το Ίδρυμα Ωνάση και το Κέντρο Έρευνας Ανθρωπιστικών Επιστημών, Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει εκτενώς σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά, ενώ συνεπιμελήθηκε δύο ειδικούς τόμους με θέμα με τη χρήση της μουσικής σε συνθήκες κράτησης. Η έρευνά της έχει αποτελέσει τη βάση για μια σειρά από έργα, τα οποία χρησιμοποιούν τον ήχο και τον γραπτό λόγο.

 

Πηνελόπη Πετσίνη, "Ο λογοκριτικός μηχανισμός στη δικτατορία των Συνταγματαρχών: Συνέχειες και ασυνέχειες στις πρακτικές επιτήρησης και πειθάρχησης της κοινωνίας"

Η εισήγηση αποτελεί μια ιστορική επισκόπηση της λογοκρισίας που βασίζεται σε αρχειακή έρευνα στα Γενικά Κρατικά Αρχεία του Κράτους, τα οποία διατηρούν το αρχείο της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών, ενός κρατικού θεσμού που, έως τη Μεταπολίτευση, ασκούσε προληπτική λογοκρισία σε τέχνες όπως ο κινηματογράφος, η μουσική και το θέατρο. Το δικαίωμα του κράτους να ορίζει και να ελέγχει το περιεχόμενο της πολιτισμικής παραγωγής εκλαμβάνεται ως αυτονόητο ήδη από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, με τη διαφορά ότι η δικτατορία επιχειρεί να θέσει ολοκληρωτικά αυτή την παραγωγή υπό τον έλεγχό της, συστηματοποιώντας την θεσμοθετημένη λογοκρισία και επεκτείνοντας την άτυπη. Άφησε έτσι στις επόμενες γενιές μια εντυπωσιακή κληρονομιά αρχειακού υλικού που αφορά σε τεκμήρια λογοκρισίας αλλά και ντοκουμέντα των πρακτικών επιτήρησης που χρησιμοποιούνταν κατά καιρούς προκειμένου να τη φέρουν εις πέρας. Μελετώντας το αρχειακό αποτύπωμα αυτού του μηχανισμού, η εισήγηση καταγράφει πράξεις και μορφές λογοκρισίας παρουσιάζοντας τον θεσμικό λόγο περί λογοκρισίας στις τέχνες και το πλαίσιο του κρατικού λογοκριτικού μηχανισμού.

Η Πηνελόπη Πετσίνη είναι Διδάκτωρ Τεχνών και Ανθρωπιστικών Επιστημών. Στις πρόσφατες εκδόσεις της συγκαταλέγονται οι συλλογικοί τόμοι Η Λογοκρισία στην Ελλάδα (2016) και Λεξικό Λογοκρισίας στην Ελλάδα: Καχεκτική Δημοκρατία, Δικτατορία, Μεταπολίτευση (2018) τους οποίους συνεπιμελήθηκε με τον Δημήτρη Χριστόπουλο. Είναι Επιστημονική Υπεύθυνη στο μεταδιδακτορικό ερευνητικό πρόγραμμα «Η Λογοκρισία στον Κινηματογράφο και τις Εικαστικές Τέχνες» στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου όπου και διδάσκει στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία» το μάθημα «Λογοκρισία: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις».